Δεν γεννήθηκα για να είμαι το “ίσως” κανενός

Υπάρχουν ιστορίες που δεν τελειώνουν ή αρχίζουν με έναν ξεκάθαρο τρόπο. Απλώς…αιωρούνται. Μένουν κάπου ανάμεσα στο “ίσως” και στο “κάποτε”, σε μία ζώνη όπου τίποτα δεν ορίζεται, αλλά τίποτα δεν τελειώνει κιόλας. Και σε αυτές τις ιστορίες, ο πιο επικίνδυνος ρόλος είναι αυτός της αναμονής.

Υπάρχουν ιστορίες που δεν τελειώνουν ή αρχίζουν με έναν ξεκάθαρο τρόπο. Απλώς…αιωρούνται. Μένουν κάπου ανάμεσα στο “ίσως” και στο “κάποτε”, σε μία ζώνη όπου τίποτα δεν ορίζεται, αλλά τίποτα δεν τελειώνει κιόλας. Και σε αυτές τις ιστορίες, ο πιο επικίνδυνος ρόλος είναι αυτός της αναμονής. Είναι εκείνοι οι άνθρωποι που μπαίνουν στη ζωή σου με ένταση, με βλέμματα που υπόσχονται περισσότερο απ’ όσα λένε, με μια παρουσία που σε κάνει να πιστεύεις ότι “κάτι υπάρχει εδώ”. Δεν είναι ξεκάθαρο, δεν είναι ορισμένο, αλλά είναι αρκετό για να σε κρατήσει. Αρκετό για να επενδύσεις. Αρκετό για να περιμένεις. 

Και κάπου εκεί ξεκινάει το πιο επικίνδυνο σημείο : η αναμονή χωρίς κατεύθυνση. 

Γιατί το να περιμένεις κάποιον που δεν ξέρει τι θέλει, δεν είναι πράξη αγάπης. Είναι μια σιωπηλή συμφωνία να μείνεις στάσιμη, μέχρι ο άλλος να αποφασίσει αν αξίζεις να προχωρήσει μαζί σου. Κι αυτό, όσο κι αν μοιάζει ρομαντικό στην αρχή, στην πραγματικότητα φθείρει. Σε κάνει να ζεις σε μια διαρκή εκκρεμότητα, σε ένα “θα δούμε” που δεν οδηγεί πουθενά. 

Το πιο δύσκολο σε αυτή τη δυναμική δεν είναι η απόσταση ή η ασάφεια. Είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάτι ξεκάθαρο. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό, αλλά καθοριστικό : δεν είναι ότι δεν ένιωσε. Είναι ότι δεν ήξερε τι ήθελε. 

Κι αυτό, όσο κι αν προσπαθούμε να το δικαιολογήσουμε, δεν είναι ρομαντικό. Είναι άδικο. 

Γιατί το να μην ξέρεις τι θέλεις όταν έχεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που ξέρει, δεν είναι αθώο. Δεν είναι “μπερδεμένος χαρακτήρας”, δεν είναι “λάθος timing”. Είναι μια στάση που αφήνει τον άλλον να περιμένει, να ελπίζει, να σπαταλά κομμάτια του εαυτού του σε κάτι που δεν έχει κατεύθυνση. 

Όταν κάποιος δηλώνει ότι “δεν ξέρει”, δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ελπίδας. Είναι αυτό το ενδιάμεσο. Το “δεν ξέρω”. Το “δεν είμαι έτοιμος”. Το “θέλω να δω πως θα πάει”. Φράσεις που μοιάζουν αθώες, αλλά στην πραγματικότητα σε εγκλωβίζουν σε μια κατάσταση όπου δίνεις και ο άλλος…απλώς υπάρχει. Σου αφήνει χώρο να πιστέψεις ότι ίσως, με τον χρόνο, τα πράγματα θα ξεκαθαρίσουν υπέρ σου. 

Κι όσο εκείνος “ψάχνει να βρει τι θέλει”, εσύ αρχίζεις να προσαρμόζεσαι σε κάτι που δεν είναι σταθερό. Μαθαίνεις να διαβάζεις τα σημάδια, να ερμηνεύσεις σιωπές, να βρίσκεις νόημα σε μικρές κινήσεις. Κάθε μήνυμα γίνεται σημαντικό, κάθε συνάντηση αποκτά βάρος, κάθε απομάκρυνση δικαιολογείται. Πείθεις τον εαυτό σου ότι χρειάζεται υπομονή, ότι οι άνθρωποι έχουν τους δικούς τους ρυθμούς, ότι το να “πιέσεις” μπορεί να καταστρέψει κάτι που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πολύ όμορφο. 

Αλλά όσο εσύ περιμένεις, κάτι μέσα σου αρχίζει να αλλάζει. 

Σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να αμφισβητείς την ίδια σου την αξία. Αναρωτιέσαι αν ζητάς πολλά, αν είσαι υπερβολική, αν έπρεπε να είσαι πιο χαλαρή, πιο ανεκτική, πιο “εύκολη”. Προσπαθείς να μικρύνεις τις ανάγκες σου για να χωρέσουν σε μία κατάσταση που δεν μπορεί να τις καλύψει. Κι αυτό είναι το σημείο που η αναμονή παύει να είναι επιλογή και γίνεται απώλεια. Γιατί όσο εσύ περιμένεις να αποφασίσει, στην πραγματικότητα αποφασίζεις εσύ να μείνεις σε κάτι που δεν σε επιλέγει. Και αυτό, όσο κι αν το ντύνουμε με κατανόηση και ωριμότητα, είναι μια σιωπηλή μορφή εγκατάλειψης του εαυτού σου. 

Δεν είναι δική σου ευθύνη να περιμένεις κάποιον να αποφασίσει. Δεν είναι δική σου δουλειά να του δώσεις τον χρόνο που χρειάζεται για να καταλάβει αν σε θέλει. Οι σχέσεις δεν χτίζονται πάνω σε αμφιβολίες που κρατούν επ’ αόριστον. Χτίζονται πάνω σε πρόθεση, σε σαφήνεια, σε επιλογή. 

Και κάπου εκεί γεννιέται η ανάγκη να ειπωθεί ξεκάθαρα : 

Λυπάμαι αν δεν ξέρεις τι θέλεις. 

Αλλά δεν θα είμαι εδώ όταν το μάθεις. 

Γιατί η αναμονή δεν είναι αγάπη. Είναι φθορά. 

Όταν κάποιος θέλει, δεν αμφιβάλλει τόσο. Δεν σε αφήνει να αναρωτιέσαι αν είσαι αρκετή, αν έκανες κάτι λάθος, αν πρέπει να περιμένεις λίγο ακόμη. Δεν σε κρατάει σε απόσταση ασφαλείας. Δεν εμφανίζεται και εξαφανίζεται ανάλογα με το πως νιώθει εκείνη τη στιγμή. Δεν σε βάζει σε μια λίστα επιλογών. Δεν χρειάζεται να τον αναλύσεις. Δεν χρειάζεται να τον δικαιολογήσεις. Δεν χρειάζεται να περιμένεις να ωριμάσει μέσα από τη δική σου παρουσία.

Όταν κάποιος θέλει, σε επιλέγει με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Είναι εκεί, σταθερός. Παρών. Ξεκάθαρος. Δεν σε βάζει να μαντεύεις, δεν σε κρατάει σε απόσταση ασφαλείας. Δεν σε αντιμετωπίζει σαν πιθανότητα. 

Σε επιλέγει χωρίς να χρειάζεται να τον πείσεις. 

Σε διεκδικεί.  

Σε κάνει να νιώθεις ότι δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα για να αξίζεις να μείνει. 

Όσο εσύ κάθεσαι και προσπαθείς να “καταλάβεις” έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να καταλάβει τον εαυτό του, ο χρόνος περνά. Και μαζί του περνά και η πιθανότητα να έρθει κάποιος που δεν θα χρειαστεί να εξηγηθεί. Κάποιος που ξέρει. 

Κάποιος που δεν θα σε δει σαν επιλογή. Αλλά σαν προτεραιότητα. 

Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να πιστέψεις ότι αν περιμένεις αρκετά, αν είσαι αρκετά υπομονετική, αν δείξεις κατανόηση, κάποια στιγμή θα γυρίσει να πει “τώρα ξέρω, και θέλω εσένα”.

Δεν είναι δική σου ευθύνη να περιμένεις κάποιον να καταλάβει. 

Δεν είναι δική σου δουλειά να “κρατήσεις την πόρτα ανοιχτή”.

Δεν είναι δίκαιο να βάλεις τη ζωή σου σε παύση μέχρι να αποφασίσει. 

Γιατί όσο εκείνος ψάχνει, κάποιος άλλος ήδη ξέρει. 

Και δεν θα φοβηθεί να σε διεκδικήσει.  

Δεν θα διστάσει.

Δεν θα σε βάλει σε αμφιβολία.

Κι εδώ είναι η ουσία που συχνά αποφεύγουμε να δούμε : Όσο εσύ μένεις σε κάτι που δεν σε επιλέγει, στερείς από τον εαυτό σου τη δυνατότητα να ζήσει κάτι που θα τον επιλέξει χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί η ζωή δεν σταματά όσο εσύ περιμένεις. Οι άνθρωποι δεν παγώνουν μέχρι να αποφασίσει εκείνος. Υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν τι θέλουν, που δεν φοβούνται να το πουν, που δεν χρειάζονται χρόνο για να αναγνωρίσουν την αξία σου. 

Και αυτοί οι άνθρωποι δεν θα περιμένουν για πάντα. 

Γι’ αυτό και η πιο δύσκολη, αλλά και η πιο αναγκαία απόφαση, είναι να φύγεις. Να φύγεις όχι επειδή σταμάτησες να νιώθεις, αλλά επειδή κατάλαβες ότι αυτό που ζεις δεν σε καλύπτει. Να ειλέξεις τον εαυτό σου, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να αφήσεις πίσω σου ένα “ίσως” που δεν έγινε “ναι”.

Δεν είσαι επιλογή αναμονής.

Δεν είσαι το άτομο που θα είναι εκεί “όταν ο άλλος θα είναι έτοιμος”. Δεν είσαι το ενδιάμεσο στάδιο μέχρι να καταλάβει τι θέλει. Είσαι κάποια που αξιζει να την επιλέγουν τώρα, όχι αργότερα, όχι υπό προϋποθέσεις, όχι όταν θα έχουν ξεκαθαρίσει όλα μέσα τους.  

Και αν κάποιος χρειάζεται να σε χάσει για να το καταλάβει, τότε η απάντηση έχει ήδη δοθεί. 

Σήκω, πάτα στα πόδια σου, βρες τη δύναμη και κοίταξε τον στα μάτια λέγοντας :  

«Λυπάμαι αν δεν ξέρεις τι θέλεις. Αλήθεια. Το καταλαβαίνω. Οι άνθρωποι μπερδεύονται φοβούνται, κουβαλούν πράγματα που δεν λύνονται από τη μία μέρα στην άλλη. Αλλά δεν μπορώ να είμαι εγώ το διάλειμμά μέχρι να το βρεις. Αν δεν μπορείς να προχωρήσεις μαζί μου, για να βρούμε λύσεις μαζί, τότε δεν είμαι είσαι αυτό που ψάχνω. Δεν μπορώ να είμαι η “ασφαλής επιλογή” όσο εσύ δοκιμάζεις τα συναισθήματά σου. Δεν μπορώ να στέκομαι εδώ, σταθερή, διαθέσιμη, παρούσα, με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα γυρίσεις και θα πεις “τώρα είμαι έτοιμος”.  Γιατί αν φτάσουμε σε εκείνο το σημείο, θα είναι ήδη αργά». 

Το ζήτημα δεν είναι αν εκείνος θα αποφασίσει. Το ζήτημα είναι αν εσύ θα συνεχίσεις να περιμένεις, αν εσύ θα συνεχίσεις να δέχεσαι να μην σε διαλέγουν. 

Και η πιο δυνατή επιλογή που μπορείς να κάνεις, είναι να πεις : δεν περιμένω άλλο.

Όχι γιατί δεν έχεις υπομονή. Αλλά γιατί έχεις αυτοσεβασμό.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν χάνεις κάποιον που δεν ήξερε τι ήθελε. Χάνεις μόνο το χρόνο που του έδωσες.

Κι αυτός είναι ο μόνος λόγος που αξίζει για να φύγεις νωρίτερα.

Υποβολή απάντησης